Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σύντομο σημείωμα για τις σύντομες ιστορίες

 Οι «αστραπιαίες ιστορίες» ή «σύντομες ιστορίες» ή «μικρές ιστορίες» ή όπως αλλιώς θέλει κανείς να μεταφράσει τον αγγλικό όρο flash fiction, είναι ιστορίες με τη μικρότερη δυνατή συντομία, οι οποίες όμως διατηρούν τα χαρακτηριστικά μιας ιστορίας, δηλαδή προσφέρουν έναν χαρακτήρα και ανάπτυξη πλοκής. Κάποιοι σχολιαστές τους σημειώνουν την μοναδικότητα των ιστοριών αυτών στο να κρύβουν ή να υπονοούν μία μεγαλύτερη ιστορία. Η έκτασή τους μετριέται σε λέξεις και ξεκινούν από ιστορίες των 1000 λέξεων, των 750, των 280, των 100, των 50 κ.α. Οι ρίζες τους χάνονται στις απαρχές της γραφής και οι μύθοι του Αισώπου μπορούν για παράδειγμα να ταξινομηθούν στην κατηγορία αυτή, όπως επίσης και οι ιστορίες του Νασρεντίν Χότζα, γνωστές σε όλη την Μέση Ανατολή αλλά και τα κοάν του Ζεν στην Άπω Ανατολή. Ανάμεσα στους γνωστούς συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με το είδος αυτό συγκαταλέγονται ο Τσέχωφ, ο Κάφκα, ο Μπόρχες, ο Κορτάζαρ, ο Κλαρκ, ο Μαχφούζ και άλλοι πολλοί. 

Η πιο γνωστή σύντομη ιστορία, περίφημη για τη συντομία της, την πύκνωση του νοήματος και της πλοκής που προσφέρει, αποδίδεται στον Χεμινγκγουέι. Σύμφωνα με μαρτυρία του Άρθουρ Κλαρκ, μία μέρα που ο Χέμινγκγουέι γευμάτιζε με φίλους του, έβαλε στοίχημα δέκα δολάρια με καθέναν από αυτούς, ότι μπορεί να γράψει μία πλήρη ιστορία χρησιμοποιώντας μόνο έξι λέξεις. Όταν το στοίχημα μπήκε, ο Χεμινγκγουέι έγραψε πάνω σε μία χαρτοπετσέτα: “For sale: baby shoes, never worn.” και την έδειξε σε κάθε έναν από τους έκπληκτους συνδαιτυμόνες, μαζεύοντας τα χαρτονομίσματά τους. Και στην ελληνική λογοτεχνία και παράδοση, οι σύντομες ιστορίες δεν είναι άγνωστες. Οι μύθοι του Αισώπου που αναφέραμε πιο πάνω, τα επιγράμματα και - κυρίως - η δημοτική μας παράδοση, έχουν δώσει λαμπρά δείγματα ιστοριών της κατηγορίας αυτής. 

Ernest Hemingway (πηγή: Wikipedia)

Τέλος, σύντομες ιστορίες, με τα χαρακτηριστικά που αποδόθηκαν παραπάνω, μπορούν να εντοπιστούν κρυμμένες σε φαινομενικά άσχετα, με τη λογοτεχνία, είδη: Μια πολύ όμορφη ιστορία έρωτα ξεκινά όταν ο άντρας συναντά μια κοπέλα για πρώτη φορά: Τα ματόκλαδά σου λάμπουν, σαν τα λούλουδα του κάμπου. Ο έρωτας του για αυτήν φουντώνει ξαφνικά: τα ματόκλαδά σου γέρνεις, νου και λογισμό μου παίρνεις. Δεν μπορεί παρά να της εξομολογηθεί τον έρωτα του: Τα ματάκια σου αδερφούλα, μου ραγίζουν την καρδούλα. Εκείνη όμως δεν θέλει, δεν υποχωρεί. Έχει μάλλον αλλού δοσμένη την καρδιά της. Και αυτό τον πληγώνει πολύ. Και της το λέει: Τα ματάκια σου να βγούνε, σαν και μένα δε θα βρούνε. Εδώ, το κέρδος, εκτός από την λογοτεχνική τέρψη, είναι και η υπέροχη μουσική μου μεγάλου Μάρκου.

www.manolachis.gr



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο Σοπενχάουερ και η πύλη

Στην αρχή, υπήρχε η Βούληση. Μοναδική, ενιαία, άχρονη κι άπειρη. Καθώς ο κόσμος δημιουργήθηκε, μέσα στο χρόνο και στο χώρο η Βούληση εκδηλώθηκε σαν παράσταση και έτσι αντικειμενοποιήθηκε: έγινε, δηλαδή, ένα αντικείμενο. Στην αρχή, σε ένα κατώτερο επίπεδο, έγινε στοιχείο και απλή ανόργανη ύλη. Στη συνέχεια, σε ολοένα και ανώτερα επίπεδα, άρχισε να αντικειμενοποιείται σε πιο σύνθετες μορφές.  Aπό την πάλη των κατώτερων φαινομένων, προκύπτει το ανώτερο φαινόμενο το οποίο έχει ως τέρμα του, το σημείο αφετηρίας ενός καινούριου σταδίου και αυτό συνεχίζεται επ’ άπειρον  (σελ. 186, 210). Έτσι δημιουργήθηκε και η ζωή και με τον ίδιο τρόπο έφτασε στο ανώτερο επίπεδο της: τον άνθρωπο. Καθετί λοιπόν στον κόσμο είναι βούληση και αντικειμενοποίηση αυτής σε διάφορα επίπεδα (κατώτερα και ανώτερα). Η Βούληση είναι  έξω από το χρόνο, πανταχού παρούσα και καραδοκεί συνεχώς τον ερχομό των περιστάσεων χάρη στις οποίες μπορεί να εκδηλωθεί και ν’ αρπάξει μια προσδιορισμένη ύλη, εκδιώκοντας τις άλλες δυνάμεις

Λογοτεχνία και σύγχρονη εποχή

 Από τα παρακάτω τρία σημειώματα, στα δύο πρώτα, μπορούμε, προφανώς, να διαπιστώσουμε ότι το δεύτερο είναι συνέχεια του πρώτου. Το πρώτο, γραμμένο το 1985, προφητεύει όλα όσα το δεύτερο προσπαθεί να κάνει πράξη από το 2005 και μετά. Για τη λογοτεχνία, μας ενδιαφέρει το τρίτο. Αν και γραμμένο στις αρχές του εικοστού αιώνα, δείχνει με τον πλέον ουσιώδη τρόπο, γιατί στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, της κοινωνίας της εντύπωσης και της οικονομίας της προσοχής, είναι πια πολύ δύσκολο, να γραφτεί καλή λογοτεχνία.  Σημείωμα 1  Τον Όργουελ τον φόβιζαν οι άνθρωποι που θα απαγόρευαν τα βιβλία. Τον Χάξλεϊ τον φόβιζε το γεγονός ότι δεν θα υπήρχε λόγος να απαγορευτεί ένα βιβλίο γιατί δεν θα βρισκόταν άνθρωπος πρόθυμος να το διαβάσει. Ο Όργουελ φοβόταν εκείνους που θα μας στερούσαν την πληροφόρηση. Ο Χάξλεϊ φοβόταν εκείνους που θα μας υπεπληροφορούσαν τόσο ώστε να καταντήσουμε πλάσματα παθητικά και εγωιστικά. Ο Όργουελ φοβόταν ότι η αλήθεια θα φυλασσόταν μυστική. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι η αλήθεια θα π

Μηδέν: αυτό το παράξενο σύμβολο

Το μηδέν (0), είναι ένα από τα λίγα σύμβολα τα οποία ξεσήκωσαν φιλοσοφικές διαμάχες γύρω από την ύπαρξή τους, Ο λόγος είναι προφανής: πως είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσεις ένα σύμβολο το οποίο συμβολίζει το «τίποτα», το «κενό», το «μη-υπάρχον»; Πολλοί λαοί και πολιτισμοί προβληματίστηκαν γύρω από την ύπαρξη ή μη του μηδενός και χρησιμοποίησαν διάφορα σύμβολα και λέξεις για να το αναπαραστήσουν, όπως το σύμβολο nfr των αρχαίων Αιγυπτίων, που μεταξύ των άλλων εννοιών του σήμαινε και «όμορφος», του κενού διαστήματος, της σφήνας ή του άγκιστρου των Βαβυλωνίων ή της λέξης nulla των Ρωμαίων, ενώ οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν βέβαιοι, ούτε για την ύπαρξη, ούτε για την μη-υπαρξή του. Μέχρι το 130 μ.Χ. ο Πτολεμαίος, υπό την επίδραση του Ίππαρχου και των Βαβυλωνίων, χρησιμοποιούσε ένα σύμβολο για το μηδέν (ένα μικρό κύκλο με επιγράμμιση) μαζί με εξηνταδικό αριθμητικό σύστημα, χρησιμοποιώντας αλλιώς τους αλφαβητικούς ελληνικούς αριθμούς, Επειδή χρησιμοποιούνταν και μόνο του, όχι μόνο ως ψηφίο κράτησ